παμφάγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παμφάγος < παμ- (παν-) + -φάγος (< θέμα αορίστου έφαγον του ρήματος τρώγω)

Επίθετο[επεξεργασία]

παμφάγος, -α, -ο

  1. που τρώει και κρέας και φυτικές τροφές, που είναι ταυτοχρόνως και σαρκοφάγος και φυτοφάγος
    η αρκούδα και το ρακούν είναι ζώο παμφάγο
  2. που τρώει μεγάλες ποσότητες από οποιαδήποτε τροφή
  3. (μεταφορικά) που καταστρέφει τα πάντα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]