φυτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική φυτικός φυτική φυτικό
γενική φυτικού φυτικής φυτικού
αιτιατική φυτικό φυτική φυτικό
κλητική φυτικέ φυτική φυτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυτικοί φυτικές φυτικά
γενική φυτικών φυτικών φυτικών
αιτιατική φυτικούς φυτικές φυτικά
κλητική φυτικοί φυτικές φυτικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυτικός < αρχαία ελληνική φυτικός

Επίθετο[επεξεργασία]

φυτικός

  • σχετικός με τα φυτά, που προέρχεται από το φυτικό βασίλειο
    φυτικός οργανισμός, φυτικό κύτταρο, λίπος, φυτική ίνα

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • φυτικές λειτουργίες: οι αυτόνομες λειτουργίες του οργανισμού, οι οποίες δεν εξαρτώνται από τη βούληση (π.χ. η αναπνοή)
  • φυτική κατάσταση: κατάσταση του εγκεφάλου κατά την οποία παύει να λειτουργεί ο φλοιός του, αλλά λειτουργεί στοιχειωδώς το στέλεχος

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]