ποίμνιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ποίμνιο | τα | ποίμνια |
| γενική | του | ποιμνίου & ποίμνιου |
των | ποιμνίων |
| αιτιατική | το | ποίμνιο | τα | ποίμνια |
| κλητική | ποίμνιο | ποίμνια | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποίμνιο < αρχαία ελληνική ποίμνιον < ποίμνη < ποιμήν
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ποίμνιο ουδέτερο
- (κυριολεκτικά) (λόγιο) το κοπάδι, το σύνολο των προβάτων ή άλλων ζώων ενός βοσκού
- (μεταφορικά) (θρησκεία) το σύνολο των πιστών μιας ενορίας, μιας εκκλησίας κ.λπ.
- ※ Πηγαίνει κι αυτός τώρα στην Αίγυπτο, με την ελπίδα να επαναφέρει στο ποίμνιό του την κόρη του Σάρα, που την αποπλάνησε κάποιος πεζεβέγκης. (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ποίμνη
- ποιμνιοστάσιο
- → δείτε τη λέξη ποιμένας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)