πολιτιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πολιτιστικός πολιτιστική πολιτιστικό
γενική πολιτιστικού πολιτιστικής πολιτιστικού
αιτιατική πολιτιστικό πολιτιστική πολιτιστικό
κλητική πολιτιστικέ πολιτιστική πολιτιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολιτιστικοί πολιτιστικές πολιτιστικά
γενική πολιτιστικών πολιτιστικών πολιτιστικών
αιτιατική πολιτιστικούς πολιτιστικές πολιτιστικά
κλητική πολιτιστικοί πολιτιστικές πολιτιστικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολιτιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

πολιτιστικός, -ή, -ό

  1. που συμβάλλει στον πολιτισμό
  2. αναφέρεται σε δραστηριότητες που συνδέονται με την πνευματική/αισθητική/ηθική καλλιέργεια του ανθρώπου.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]