προνομιούχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προνομιούχος προνομιούχα προνομιούχο
γενική προνομιούχου προνομιούχας προνομιούχου
αιτιατική προνομιούχο προνομιούχα προνομιούχο
κλητική προνομιούχε προνομιούχα προνομιούχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προνομιούχοι προνομιούχες προνομιούχα
γενική προνομιούχων προνομιούχων προνομιούχων
αιτιατική προνομιούχους προνομιούχες προνομιούχα
κλητική προνομιούχοι προνομιούχες προνομιούχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προνομιούχος < ουσιαστικό προνόμιο + επίθημα -ούχος (έχω) ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) privilégié)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προνομιούχος, -α, -ο.

  • που έχει ή που απολαμβάνει προνόμια ή μια ιδιαίτερη μεταχείριση
η πιστωτική κάρτα της τράπεζάς μας θα σας κάνει να αισθάνεστε προνομιούχοι

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (οικονομία) προνομιούχες μετοχές: όσες μετοχές παρέχουν περισσότερα προνόμια
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: κοινές μετοχές
    Οι προνομιούχες μετοχές είναι εκείνες που παρέχουν στον κομιστή τους επιπλέον προνόμια σε σχέση με τις κοινές μετοχές όσον αφορά την προτεραιότητα στη διανομή μερίσματος, στη συμμετοχή τους στις ΑΜΚ και στην περίπτωση διάλυσης της επιχείρησης, αλλά συνήθως στερούνται του δικαιώματος ψήφου στη Γενική Συνέλευση και άρα στη λήψη των σοβαρών αποφάσεων της επιχείρησης. Επίσης σε περιπτώσεις που μια εταιρία παρουσιάζει μια σειρά ζημιογόνων χρήσεων, στην πρώτη κερδοφόρο χρήση που θα παρουσιάσει και που θα μπορεί να μοιράσει μέρισμα, οι κάτοχοι των προνομιούχων μετοχών δικαιούνται να λάβουν σωρρευτικό μέρισμα και για τις προηγούμενες χρήσεις (Πηγή: Χρηματιστήριο Αθηνών)
    Κοινές και όχι προνομιούχες μετοχές θα λάβει ως αντάλλαγμα το ελληνικό Δημόσιο για την κεφαλαιακή ενίσχυση πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (εφημερίδα Τα Νέα, 17/9/2011)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προνομιούχος

  • αυτός που έχει προνόμια