σκουμπρί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκουμπρί σκουμπριά
γενική σκουμπριού σκουμπριών
αιτιατική σκουμπρί σκουμπριά
κλητική σκουμπρί σκουμπριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκουμπρί < μεσαιωνική ελληνική *σκομβρίον, υποκοριστικό του (αρχαία ελληνική ) σκόμβρος
Σκουμπρί (scomber scombrus)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκουμπρί ουδέτερο

  1. πελαγικό είδος ψαριού (Scomber scombrus, σκόμβρος ο γνήσιος), της οικογένειας Σκομβρίδες, συγγενικό με τον κολιό. Πρόκειται για περιζήτητο βρώσιμο ψάρι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]