συμπτύσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπτύσσω < αρχαία ελληνική συμπτύσσω < σύν + πτύσσω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική replier)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συμπτύσσω (παθητική φωνή: συμπτύσσομαι)

  1. μειώνω τον κενό χώρο ανάμεσα σε πρόσωπα ή πράγματα, ώστε να πετύχω εξοικονόμηση χώρου
     συνώνυμα: πυκνώνω
  2. (στρατιωτικός όρος) αντίστοιχη με την 1 διαδικασία, συνήθως όταν ελίσσεται ή υποχωρεί ο στρατός
    αντώνυμα: αναπτύσσω
  3. συντομεύω, περιορίζω χρονικά
    αντώνυμα: επεκτείνω, παρατείνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]