συφιλιδικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συφιλιδικός η συφιλιδική το συφιλιδικό
      γενική του συφιλιδικού της συφιλιδικής του συφιλιδικού
    αιτιατική τον συφιλιδικό τη συφιλιδική το συφιλιδικό
     κλητική συφιλιδικέ συφιλιδική συφιλιδικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συφιλιδικοί οι συφιλιδικές τα συφιλιδικά
      γενική των συφιλιδικών των συφιλιδικών των συφιλιδικών
    αιτιατική τους συφιλιδικούς τις συφιλιδικές τα συφιλιδικά
     κλητική συφιλιδικοί συφιλιδικές συφιλιδικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συφιλιδικός < σύφιλη + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

συφιλιδικός, -ή, -ό

  1. (ιατρική) που έχει σχέση με τη σύφιλη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
  2. (ουσιαστικοποιημένο) (ιατρική) αυτός που έχει σύφιλη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]