ταϊφάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταϊφάς ταϊφάδες
γενική ταϊφά ταϊφάδων
αιτιατική ταϊφά ταϊφάδες
κλητική ταϊφά ταϊφάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταϊφάς < τουρκική tayfa* < αραβική طائفة (ṭāʾifa)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταϊφάς αρσενικό

(παρωχημένο)
  1. (ναυτικός όρος) το σύνολο των ναυτών εμπορικού πλοίου, το πλήρωμα πλοίου
  2. (ναυτικός όρος) ναύτης
  3. (στρατιωτικός όρος) στρατός ατάκτων, ασκέρι, μπουλούκι[1]
    Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια, / δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες, / γλήγορα και να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα, / που 'ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια. (Του Διάκου)
  4. φάρα, φυλή[2]
  5. (ποντιακή διάλεκτος) οικογένεια[3]
  6. βασίλειο (δες: Ταϊφά της Λισαβόνας)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. ταϊφάς, lexigram.gr
  2. όρος που χρησιμοποίησε ο ποιητής και λογοτέχνης Πέτρος Βλαστός, έχοντας απορρίψει την αρβανίτικη λέξη φάρα και την αρχαία ελληνική φυλή, για να περιγράψει κοινωνικό σύστημα όπου «το άτομο είναι όργανο και κοπέλι της κοινωνίας», σε αντίθεση με το σύστημα που ονομάζει «πολιτισμό», «η κοινωνία [που] δουλέβει για την ωφέλεια του ατόμου»· βλ. Κατερίνα Κουρή, «Όψεις του έργου του Πέτρου Βλαστού: Η Ινδία, η φυλή και το εξέχον άτομο», Νέα Εστία, τεύχος 1869, Ιούνιος 2016, σελ. 602
  3. ταϊφάς, pontos-news.gr/lexicon