τρικούβερτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τρικούβερτος τρικούβερτη τρικούβερτο
γενική τρικούβερτου τρικούβερτης τρικούβερτου
αιτιατική τρικούβερτο τρικούβερτη τρικούβερτο
κλητική τρικούβερτε τρικούβερτη τρικούβερτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τρικούβερτοι τρικούβερτες τρικούβερτα
γενική τρικούβερτων τρικούβερτων τρικούβερτων
αιτιατική τρικούβερτους τρικούβερτες τρικούβερτα
κλητική τρικούβερτοι τρικούβερτες τρικούβερτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρικούβερτος < τρι- + κουβέρτα + -ος < βενετική coverta / ιταλική coperta < coprto < λατινική coopertus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος cooperio < con- + operio < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁epi (ἐπί) + *h₂wer (καλύπτω)

Επίθετο[επεξεργασία]

τρικούβερτος, -η, -ο

  1. (ναυτικός όρος) (ιδιωματικό) που έχει τρία καταστρώματα (= κουβέρτες) (για ιστιοφόρα)
  2. (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη ένταση και διάρκεια
    στήσανε έναν καβγά τρικούβερτο
    μετά το γάμο έγινε ένα τρικούβερτο γλέντι

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]