τροφαντός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τροφαντός τροφαντή τροφαντό
γενική τροφαντού τροφαντής τροφαντού
αιτιατική τροφαντό τροφαντή τροφαντό
κλητική τροφαντέ τροφαντή τροφαντό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τροφαντοί τροφαντές τροφαντά
γενική τροφαντών τροφαντών τροφαντών
αιτιατική τροφαντούς τροφαντές τροφαντά
κλητική τροφαντοί τροφαντές τροφαντά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τροφαντός < τουρκική turfanda < περσική tervende

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τροφαντός

  1. (αρχικώς για λαχανικά) που ωριμάζει πριν την κανονική του ώρα, πρώιμος[1]
  2. (μεταφορικά) καλοθρεμμένος, μεστωμένος[2]
    1. (συνεκδοχικά) ευτραφής, παχουλός, γεμάτος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ. 
  2. τροφαντός στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.