φίμωτρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φίμωτρο φίμωτρα
γενική φίμωτρου φίμωτρων
αιτιατική φίμωτρο φίμωτρα
κλητική φίμωτρο φίμωτρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φίμωτρο < ελληνιστική κοινή φίμωτρον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfi.mɔ.tɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φίμωτρο ουδέτερο

  1. δεσμά ή πλέγμα από δέρμα και σπανίως μέταλλο, που κρατούν κλειστό το στόμα του ζώου, ώστε να μη μπορει ούτε να δαγκώσει, αλλά ούτε και να φάει (π.χ. φόλα)
  2. (μεταφορικά) κάτι που εμποδίζει την ελευθερία του λόγου
    Δεν θα περάσει το φίμωτρο της χούντας
    Με εκβιάζεις ότι θα με εγκαταλείψεις και βάζεις φίμωτρο στο παράπονό μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]