φίμωτρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | φίμωτρο | τα | φίμωτρα |
| γενική | του | φίμωτρου | των | φίμωτρων |
| αιτιατική | το | φίμωτρο | τα | φίμωτρα |
| κλητική | φίμωτρο | φίμωτρα | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φίμωτρο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φίμωτρον

Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfi.mo.tɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φί‐μω‐τρο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φίμωτρο ουδέτερο
- δεσμά ή πλέγμα, που κρατούν κλειστό το στόμα του ζώου, ώστε να μη μπορεί ούτε να δαγκώσει, αλλά ούτε και να φάει (π.χ. φόλα)
- ※ Φαντάσου τί τόπος ! τί ἀγριότης ! νὰ θέλουν νὰ βάλουν φίμωτρα ὑποχρεωτικῶς εἰς τὰ σκυλλιά (Χαράλαμπος Άννινος, Η νίκη του Λεωνίδα. Κωμωδία εις πράξεις τέσσαρας, 1898, σελ. 87 )
- ※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 )
- (μεταφορικά) κάτι που εμποδίζει την ελευθερία του λόγου
Δεν θα περάσει το φίμωτρο της χούντας.
Με εκβιάζεις ότι θα με εγκαταλείψεις και βάζεις φίμωτρο στο παράπονό μου.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη φιμώνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φίμωτρο
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)