φετφάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φετφάς φετφάδες
γενική φετφά φετφάδων
αιτιατική φετφά φετφάδες
κλητική φετφά φετφάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φετφάς < αραβική فتوى (fatwā)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φετφάς αρσενικό

  • η γνωμοδότηση του μουφτή (θρησκευτικού δικαστή των μουσουλμάνων) ή και μη θεολόγων ισλαμιστών δικηγόρων όταν ο πολιτικός δικαστής, ο καδής, αδυνατεί να καταλήξει σε απόφαση επί ενός ζητήματος
επί Τουρκοκρατίας εκδίδονταν πολλοί φετφάδες
οι Βρετανοί πέτυχαν την έκδοση φετφά που νομιμοποιούσε την εξουσία τους στην Ινδία
ο φετφάς σήμερα θεωρείται απολύτως εφαρμοστέος κυρίως από τους σιίτες μουσουλμάνους

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]