χαράδρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαράδρα χαράδρες
γενική χαράδρας χαραδρών
αιτιατική χαράδρα χαράδρες
κλητική χαράδρα χαράδρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαράδρα < αρχαία ελληνική χαράδρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαράδρα θηλυκό

  1. στενόμακρο άνοιγμα στη γη
  2. κοίτη χειμάρρου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαράδρα < χαράσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαράδρα θηλυκό ( & ιωνικός τύπος χαράδρη)

  1. ορμητικά νερά από βροχή που τρέχουν ακανόνιστα ανοίγοντας χειμάρρους
  2. κοίτη χειμάρρου
  3. τεχνητός αγωγός νερών

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]