ἡσυχώτατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἡσυχώτατος ἡσυχωτάτη ἡσυχώτατον ἡσυχώτατοι ἡσυχώταται ἡσυχώτατα
Γενική ἡσυχωτάτου ἡσυχωτάτης ἡσυχωτάτου ἡσυχωτάτων ἡσυχωτάτων ἡσυχωτάτων
Δοτική ἡσυχωτάτῳ ἡσυχωτάτῃ ἡσυχωτάτῳ ἡσυχωτάτοις ἡσυχωτάταις ἡσυχωτάτοις
Αιτιατική ἡσυχώτατον ἡσυχωτάτην ἡσυχώτατον ἡσυχωτάτους ἡσυχωτάτας ἡσυχώτατα
Κλητική ἡσυχώτατε ἡσυχωτάτη ἡσυχώτατον ἡσυχώτατοι ἡσυχώταται ἡσυχώτατα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἡσυχωτάτω ἡσυχωτάτα
Γενική-Δοτική ἡσυχωτάτοιν ἡσυχωτάταιν


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἡσυχώτατος, -α, -ον

  1. υπερθετικός βαθμός του ἥσυχος
Θετικός
Συγκριτικός
Υπερθετικός
Επίθετο
ἥσυχος
ἡσυχώτερος / ἡσυχαίτερος
ἡσυχώτατος / ἡσυχαίτατος
Επίρρημα
ἡσύχως / ἡσυχῇ /
ἥσυχα
ἡσυχώτερον / ἡσυχαίτερον
ἡσυχώτατα / ἡσυχαίτατα