Κολωνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κολωνός, κολόνα, Κολονάκι, Κολωνάκι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Κολωνός οι Κολωνοί
      γενική του Κολωνού των Κολωνών
    αιτιατική τον Κολωνό τους Κολωνούς
     κλητική Κολωνέ Κολωνοί
συνήθως στον ενικό
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Κολωνός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Κολωνός < κολωνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kl̥Hnís (λόφος) < *kelH- (λόφος, ανεβαίνω) (συγγενές με το λατινικό collis)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ko.loˈnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κο‐λω‐νός

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κολωνός αρσενικό, μόνο στον ενικό

  1. συνοικία της Αθήνας
  2. δήμος της αρχαίας Αθήνας

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Κολωνός
Γενική Κολωνοῦ
Δοτική Κολων
Αιτιατική Κολωνόν
Κλητική Κολωνέ

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Κολωνός < κολωνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kl̥Hnís (λόφος) < *kelH- (λόφος, ανεβαίνω) (συγγενές με το λατινικό collis)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κολωνός αρσενικό