άπατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : απατός, άπαυτος, απαυτός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άπατος άπατη άπατο
γενική άπατου άπατης άπατου
αιτιατική άπατο άπατη άπατο
κλητική άπατε άπατη άπατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άπατοι άπατες άπατα
γενική άπατων άπατων άπατων
αιτιατική άπατους άπατες άπατα
κλητική άπατοι άπατες άπατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άπατος < α- + πάτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άπατος, -η, -ο

  1. που είναι πολύ βαθύς, δεν φτάνουν τα πόδια σου να τον πατήσεις, αλλά και ακόμα βαθύτερος
    συνώνυμα: απύθμενος, άβυσσος
    Μην πηγαίνεις στα άπατα (στο κολύμπι: εκεί που δεν πατάς)
  2. (μεταφορικά) (νεολογισμός) που χάθηκε, δεν τον αντιλαμβάνεται κανείς
    Το σίριαλ πήγε άπατο (απέτυχε παταγωδώς, δεν το παρακολούθησε κανείς)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • άπατα χώματα: λέγονταν κυρίως παλιότερα τα εδάφη όπου δεν ενδείκνυτο να ανεγείρει κάποιος οικοδομή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]