έκρυθμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἔκρυθμος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έκρυθμος έκρυθμη έκρυθμο
γενική έκρυθμου έκρυθμης έκρυθμου
αιτιατική έκρυθμο έκρυθμη έκρυθμο
κλητική έκρυθμε έκρυθμη έκρυθμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έκρυθμοι έκρυθμες έκρυθμα
γενική έκρυθμων έκρυθμων έκρυθμων
αιτιατική έκρυθμους έκρυθμες έκρυθμα
κλητική έκρυθμοι έκρυθμες έκρυθμα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκρυθμος < ελληνιστική κοινή ἔκρυθμος < ἐκ + αρχαία ελληνική ῥυθμός < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srew- (ρέω)

Επίθετο[επεξεργασία]

έκρυθμος

  1. έξω από τον κανονικό ρυθμό
  2. ανάστατος
  3. ανήσυχος
  4. αυτός που βρίσκεται στα πρόθυρα έκρηξης
  5. που πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να ξεσπάσει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]