έμπυρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης: ἔμπυρος, έμπορος, έμπειρος, εμπύρετος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έμπυρος έμπυρη έμπυρο
γενική έμπυρου έμπυρης έμπυρου
αιτιατική έμπυρο έμπυρη έμπυρο
κλητική έμπυρε έμπυρη έμπυρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έμπυροι έμπυρες έμπυρα
γενική έμπυρων έμπυρων έμπυρων
αιτιατική έμπυρους έμπυρες έμπυρα
κλητική έμπυροι έμπυρες έμπυρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμπυρος < αρχαία ελληνική ἔμπυρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈεm.bi.ɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έμπυρος, -ή, -ο

  1. (λόγιο) που γίνεται με φωτιά ή πάνω στη φωτιά
  2. (ουσιαστικοποιημένο) τα έμπυρα: τα ζώα που θυσιάζονται σε έμπυρη θυσία και οι μαντείες που προκύπτουν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]