ίππος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἵππος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ίππος ίπποι
γενική ίππου ίππων
αιτιατική ίππο ίππους
κλητική ίππε ίπποι
ίππος (όργανο γυμναστικής)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίππος < αρχαία ελληνική ἵππος < πρωτοελληνική *íkkʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁éḱwos < *h₁oh₁ḱu (ταχύς, ὠκύς)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ίππος αρσενικό

  1. (ζωολογία) (λόγιο) άλογο
  2. όργανο γυμναστικής με λαβές, για την εκτέλεση περιστροφών και άλλων γυμνασμάτων
  3. όργανο γυμναστικής χωρίς λαβές, για την εκτέλεση άλματος
  4. μονάδα μέτρησης ισχύος, ίση με 735,499 watt

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]