ὠκύς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Κλίση
(Παρατηρήσεις)
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὠκύς ὠκεῖα ὠκύ ὠκεῖς ὠκεῖαι ὠκέα
Γενική ὠκέος ὠκείας ὠκέος ὠκέων ὠκειῶν ὠκέων
Δοτική ὠκεῖ ὠκείᾳ ὠκεῖ ὠκέσι ὠκείαις ὠκέσι
Αιτιατική ὠκύν ὠκεῖαν ὠκύ ὠκεῖς ὠκείας ὠκέα
Κλητική ὠκύ ὠκεῖα ὠκύ ὠκεῖς ὠκεῖαι ὠκέα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὠκέε ὠκεία ὠκέε
Γενική-Δοτική ὠκέοιν ὠκείαιν ὠκέοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὠκύς < πιθανόν εκτεταμένη ρίζα ὀκ κοινή με το ὀξύς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὠκύς, ὠκεῖα, ὠκύ ( & ιωνικός τύπος θηλυκού ὠκέα, ποιητ. γεν. πληθ.: ὠκειάων)

  1. γρήγορος, ταχύς
    • ὠκὺς Ἄρης
  2. τὸ ὠκύ και ως ουσιαστικό: η ταχύτητα, το γρήγορο του πράγματος αλλά και η οξύτητα της αντίληψης, η εξυπνάδα
  3. ὠκύ ως επίρρημα: γρήγορα, μεμιάς
    ὣς ἔπεσ᾽ Ἕκτορος ὠκὺ χαμαὶ μένος

παραθετικά[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Επιστήμη[επεξεργασία]