ὠκύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὠκῠ́ς ὠκεῖᾰ τὸ ὠκῠ́
      γενική τοῦ ὠκέος τῆς ὠκείᾱς
ιωνικός επικός ὠκέᾰ
τοῦ ὠκέος
      δοτική τῷ (ὠκέϊ) ὠκεῖ τῇ ὠκείᾳ τῷ (ὠκέϊ) ὠκεῖ
    αιτιατική τὸν ὠκῠ́ν τὴν ὠκεῖᾰν τὸ ὠκῠ́
     κλητική ! ὠκῠ́ ὠκεῖᾰ ὠκῠ́
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ (ὠκέες) ὠκεῖς αἱ ὠκεῖαι τὰ ὠκέ
      γενική τῶν ὠκέων τῶν ὠκειῶν
επικός ὠκειάων
τῶν ὠκέων
      δοτική τοῖς ὠκέσῐ(ν) ταῖς ὠκείαις τοῖς ὠκέσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς ὠκεῖς τὰς ὠκείᾱς τὰ ὠκέ
     κλητική ! (ὠκέες) ὠκεῖς ὠκεῖαι ὠκέ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ὠκέε (ὠκεῖ) τὼ ὠκείᾱ τὼ ὠκέε (ὠκεῖ)
      γεν-δοτ τοῖν ὠκέοιν τοῖν ὠκείαιν τοῖν ὠκέοιν
Οι ασυναίρετοι τύποι όπως στο παράδειγμα του Smyth.
Ο συνηρημένος δυϊκός, όπως στο σχολικό βιβλίο (Οικονόμου).
3η&1η κλίση, Κατηγορία 'βαθύς' όπως «βαθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὠκύς < πιθανόν εκτεταμένη ρίζα ὀκ κοινή με το ὀξύς

Επίθετο[επεξεργασία]

ὠκύς, ὠκεῖα, ὠκύ

  1. γρήγορος, ταχύς
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 16 (π. Ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως ὑπὸ Τηλεμάχου.), στίχ. 468 (στίχοι 468-469)
    ὡμήρησε δέ μοι παρ᾽ ἑταίρων ἄγγελος ὠκύς, | κῆρυξ, ὃς δὴ πρῶτος ἔπος σῇ μητρὶ ἔειπεν.
    Σ᾽ αυτό με πρόλαβε, πιο γρήγορος, άλλος μαντατοφόρος, | δικός σου σύντροφος, ο κήρυκας, που πρώτος είπε στη μητέρα σου το νέο.
    Μετάφραση (2006): Δημήτρης Μαρωνίτης @greek‑language.gr
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 18 (Σ. Ὁπλοποιία.), στίχ. 187
    Τὴν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
    Και ο γοργοπόδης Αχιλλεύς της αποκρίθη ο θείος:
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
  2. οξύς, κοφτερός
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 5 (Ε. Διομήδους ἀριστεία.), στίχ. 395
    τλῆ δ᾽ Ἀΐδης ἐν τοῖσι πελώριος ὠκὺν ὀϊστόν,
    Βάσταξε και ο θεόρατος ο Άδης πικρό βέλος·
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
  3. → δείτε  τὸ ὠκύ
    1. (ουσιαστικοποιημένο) η ταχύτητα, το γρήγορο του πράγματος αλλά και η οξύτητα της αντίληψης, η εξυπνάδα
    2. (ως επίρρημα) γρήγορα, μεμιάς
       συνώνυμα: ὠκέως, ὦκα

παραθετικά[επεξεργασία]

Συγγενικά[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

όπως ενδεικτικά

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]