ὠκύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὠκῠ́ς ὠκεῖᾰ τὸ ὠκῠ́
      γενική τοῦ ὠκέος τῆς ὠκείᾱς
ιωνικός επικός ὠκέᾰ
τοῦ ὠκέος
      δοτική τῷ (ὠκέϊ) ὠκεῖ τῇ ὠκείᾳ τῷ (ὠκέϊ) ὠκεῖ
    αιτιατική τὸν ὠκῠ́ν τὴν ὠκεῖᾰν τὸ ὠκῠ́
     κλητική ! ὠκῠ́ ὠκεῖᾰ ὠκῠ́
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ (ὠκέες) ὠκεῖς αἱ ὠκεῖαι τὰ ὠκέ
      γενική τῶν ὠκέων τῶν ὠκειῶν
επικός ὠκειάων
τῶν ὠκέων
      δοτική τοῖς ὠκέσῐ(ν) ταῖς ὠκείαις(ν) τοῖς ὠκέσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς ὠκεῖς τὰς ὠκείᾱς τὰ ὠκέ
     κλητική ! (ὠκέες) ὠκεῖς ὠκεῖαι ὠκέ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ὠκέε (ὠκεῖ) τὼ ὠκείᾱ τὼ ὠκέε (ὠκεῖ)
      γεν-δοτ τοῖν ὠκέοιν τοῖν ὠκείαιν τοῖν ὠκέοιν
Οι ασυναίρετοι τύποι όπως στο παράδειγμα του Smyth.
Ο συνηρημένος δυϊκός, όπως στο σχολικό βιβλίο (Οικονόμου).
3&1η κλίση, Κατηγορία όπως «βαθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὠκύς < πιθανόν εκτεταμένη ρίζα ὀκ κοινή με το ὀξύς

Επίθετο[επεξεργασία]

ὠκύς, ὠκεῖα, ὠκύ ( & ιωνικός τύπος  θηλυκού ὠκέα, ποιητ. γεν. πληθ.: ὠκειάων)

  1. γρήγορος, ταχύς
    ὠκὺς Ἄρης
  2. δείτε  τὸ ὠκύ
    1. (ουσιαστικοποιημένο) η ταχύτητα, το γρήγορο του πράγματος αλλά και η οξύτητα της αντίληψης, η εξυπνάδα
    2. (ως επίρρημα) γρήγορα, μεμιάς
      ὣς ἔπεσ᾽ Ἕκτορος ὠκὺ χαμαὶ μένος

παραθετικά[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]