αβαρής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβαρής αβαρής αβαρές
γενική αβαρούς αβαρούς αβαρούς
αιτιατική αβαρή αβαρή αβαρές
κλητική αβαρή(ς) αβαρής αβαρές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβαρείς αβαρείς αβαρή
γενική αβαρών αβαρών αβαρών
αιτιατική αβαρείς αβαρείς αβαρή
κλητική αβαρείς αβαρείς αβαρή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαρής < αρχαία ελληνική ἀβαρής < ἀ- + βάρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβαρής, -ής, -ές

  1. χωρίς βάρος
  2. ελαφρύς, ανάλαφρος
  3. (μεταφορικά) ασύνετος, άμυαλος
  4. (μεταφορικά) που δεν ενοχλεί

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]