αβούλευτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀβούλευτος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβούλευτος αβούλευτη αβούλευτο
γενική αβούλευτου αβούλευτης αβούλευτου
αιτιατική αβούλευτο αβούλευτη αβούλευτο
κλητική αβούλευτε αβούλευτη αβούλευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβούλευτοι αβούλευτες αβούλευτα
γενική αβούλευτων αβούλευτων αβούλευτων
αιτιατική αβούλευτους αβούλευτες αβούλευτα
κλητική αβούλευτοι αβούλευτες αβούλευτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβούλευτος < ελληνιστική κοινή ἀβούλευτος < αρχαία ελληνική βουλεύομαι, παθητική φωνή του ρήματος βουλεύω < βουλή < βούλομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷel-

Επίθετο[επεξεργασία]

αβούλευτος

  1. (παρωχημένο) ασυμβούλευτος
  2. (παρωχημένο) απερίσκεπτος, αστόχαστος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]