αγέρωχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αγέρωχος αγέρωχη αγέρωχο
γενική αγέρωχου αγέρωχης αγέρωχου
αιτιατική αγέρωχο αγέρωχη αγέρωχο
κλητική αγέρωχε αγέρωχη αγέρωχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγέρωχοι αγέρωχες αγέρωχα
γενική αγέρωχων αγέρωχων αγέρωχων
αιτιατική αγέρωχους αγέρωχες αγέρωχα
κλητική αγέρωχοι αγέρωχες αγέρωχα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγέρωχος < αρχαία ελληνική ἀγέρωχος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγέρωχος, -η, -ο

  1. υπερήφανος, που δεν σκύβει, δεν πτοείται, αρχοντικός, στητός
    Aγέρωχο ύφος
  2. (κακόσημο) υπερόπτης, ακατάδεχτος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]