αγνοούμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγνοούμενος αγνοούμενη/
αγνοουμένη
αγνοούμενο
γενική αγνοούμενου/
αγνοουμένου
αγνοούμενης/
αγνοουμένης
αγνοούμενου/
αγνοουμένου
αιτιατική αγνοούμενο αγνοούμενη/
αγνοουμένη
αγνοούμενο
κλητική αγνοούμενε αγνοούμενη/
αγνοουμένη
αγνοούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγνοούμενοι αγνοούμενες αγνοούμενα
γενική αγνοούμενων/
αγνοουμένων
αγνοούμενων/
αγνοουμένων
αγνοούμενων/
αγνοουμένων
αιτιατική αγνοούμενους αγνοούμενες αγνοούμενα
κλητική αγνοούμενοι αγνοούμενες αγνοούμενα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. αγνοούμενος < (καθαρεύουσα) ἀγνοούμενος, μετοχή ενεστώτα του ρήματος ἀγνοοῦμαι μέσης φωνής του ρ. ἀγνοῶ < αρχαία ελληνική ἀγνοέω-ἀγνοῶ και ἀγνοοῦμαι
  2. αγνοούμενος (ουσιαστικό), ουσιαστικοποιημένη μετοχή

Μετοχή[επεξεργασία]

αγνοούμενος αρσενικό, αγνοούμενη θηλυκό και αγνοουμένη, αγνοούμενο ουδέτερο

  • που αγνοείται η τύχη του
  • Ο αγνοούμενος υπερήλικας τελικά βρέθηκε να περιπλανιέται στην Ομόνοια

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγνοούμενος αρσενικό

  • αυτός του οποίου αγνοείται η τύχη, έχει χαθεί ή δεν είναι γνωστό αν σώθηκε ή σκοτώθηκε σε κάποιο ατύχημα, πόλεμο ή φυσική καταστροφή
  • οι 2.000 Ελληνοκύπριοι αγννοούμενοι από την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974
  • Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες από το θάλαμο επιχειρήσεων του υπουργείου Ναυτιλίας για το ναυάγιο στη Σάμο, πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 22 αγνοούμενοι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]