αγώγιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγώγιμος < αρχαία ελληνική ἀγώγιμος < ἄγω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αγώγιμος, -η, -ο

  1. (φυσική) αυτός που επιτρέπει τη διέλευση ηλεκτρικής / θερμικής ενέργειας
  2. (νομικός όρος) ο υποκείμενος σε ποινική αγωγή

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]