αγώγιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγώγιμος < αρχαία ελληνική ἀγώγιμος < ἄγω

Επίθετο[επεξεργασία]

αγώγιμος, -η, -ο

  1. (φυσική) αυτός που επιτρέπει τη διέλευση ηλεκτρικής / θερμικής ενέργειας
  2. (νομική) ο υποκείμενος σε ποινική αγωγή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]