αμβροσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀμβροσία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμβροσία οι αμβροσίες
      γενική της αμβροσίας των αμβροσιών
    αιτιατική την αμβροσία τις αμβροσίες
     κλητική αμβροσία αμβροσίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμβροσία < αρχαία ελληνική ἀμβροσία < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου: ἀμβρόσιος (μη θνητός, αθάνατος) < ἀ- + βροτός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mr̥twós, *mr̥tós (νεκρός, θνητός), *mr̥tó- < *mer- (πεθαίνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμβροσία θηλυκό

  1. (μυθολογία) η τροφή των θεών του Ολύμπου σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία
  2. (σπάνιο) (κατ’ επέκταση) πολύ νόστιμο φαγητό
  3. (βοτανική) το φυτό βρομούσα (Ambrosia trifida)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]