ἀμβρόσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Αμβρόσιος, Ἀμβρόσιος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀμβρόσιος ἀμβροσία ἀμβρόσιον ἀμβρόσιοι ἀμβρόσιαι ἀμβρόσια
Γενική ἀμβροσίου ἀμβροσίας ἀμβροσίου ἀμβροσίων ἀμβροσίων ἀμβροσίων
Δοτική ἀμβροσίῳ ἀμβροσίᾳ ἀμβροσίῳ ἀμβροσίοις ἀμβροσίαις ἀμβροσίοις
Αιτιατική ἀμβρόσιον ἀμβροσίαν ἀμβρόσιον ἀμβροσίους ἀμβροσίας ἀμβρόσια
Κλητική ἀμβρόσιε ἀμβροσία ἀμβρόσιον ἀμβρόσιοι ἀμβρόσιαι ἀμβρόσια
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀμβροσίω ἀμβροσία
Γενική-Δοτική ἀμβροσίοιν ἀμβροσίαιν
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀμβρόσιος τὸ ἀμβρόσιον οἱ, αἱ ἀμβρόσιοι τὰ ἀμβρόσια
Γενική τοῦ, τῆς ἀμβροσίου τοῦ ἀμβροσίου τῶν ἀμβροσίων τῶν ἀμβροσίων
Δοτική τῷ, τῇ ἀμβροσίῳ τῷ ἀμβροσίῳ τοῖς, ταῖς ἀμβροσίοις τοῖς ἀμβροσίοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀμβρόσιον τὸ ἀμβρόσιον τοὺς, τὰς ἀμβροσίους τὰ ἀμβρόσια
Κλητική ἀμβρόσιε ἀμβρόσιον ἀμβρόσιοι ἀμβρόσια
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀμβροσίω
Γενική-Δοτική ἀμβροσίοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀμβρόσιος < ἀ- + βροτός < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *mr̥twós, *mr̥tós (νεκρός, θνητός), *mr̥tó- < *mer- (πεθαίνω)

Επίθετο[επεξεργασία]

ἀμβρόσιος, -α / -ος, -ον

  1. που ανήκει στους θεούς
  2. θεϊκός
  3. αθάνατος
  4. εξαιρετικός, θαυμαστός