αναζωπυρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναζωπυρώνω < ἀναζωπυρῶ στην καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική ἀναζωπυρόω-ἀναζωπυρῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

αναζωπυρώνω

  1. ενεργώ έτσι ώστε μια φωτιά που κόντευε να σβήσει να ξαναρχίσει να καίει με μεγάλη ένταση
    οι δυνατοί άνεμοι αναζωπύρωσαν την πυρκαγιά που είχε τεθεί υπό έλεγχο
  2. (μεταφορικά) δίνω εκ νέου ένταση σε κάτι που βρισκόταν σε ύφεση ή είχε ξεχαστεί, ανακινώ ένα θέμα
    μια συνάντηση ήταν αρκετή για να αναζωπυρώσει τον παλιό έρωτα
    Το γεγονός αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον του κόσμου για...
    Αναζωπυρώθηκαν οι συζητήσεις για την Σένγκεν


Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]