αντίδοτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντίδοτο αντίδοτα
γενική αντιδότου
& αντίδοτου
αντιδότων
& αντίδοτων
αιτιατική αντίδοτο αντίδοτα
κλητική αντίδοτο αντίδοτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντίδοτο < ελληνιστική κοινή ἀντίδοτον, ουδέτερο του ἀντίδοτος < αρχαία ελληνική ἀντιδίδωμι < ἀντί + δίδωμι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /an.ˈdi.ðɔ.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντίδοτο ουδέτερο

  1. (ιατρική) ουσία ή φάρμακο που εξουδετερώνει τη βλαπτικότητα άλλης ουσίας, φαρμάκου ή δηλητηρίου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αντιφάρμακο
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε εξουδτερώνει κάτι δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γιατρειά, γιατρικό, φάρμακο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]