γυναικολόγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: γυναικολόγι, γυναικολόι, γυναικολογία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Lua error in Module:el-nouns-decl at line 343: attempt to concatenate field 'κεΛ' (a nil value).

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυναικολόγος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική gynécologue < αρχαία ελληνική γυναικο- + -λόγος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʝi.ne.koˈlo.ɣos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γυ‐ναι‐κο‐λό‐γος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυναικολόγος αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τις λέξεις γυναίκα, λόγος και λέω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]