δίστιχο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : δίστοιχο, δύστυχο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίστιχο δίστιχα
γενική διστίχου
& δίστιχου
διστίχων
& δίστιχων
αιτιατική δίστιχο δίστιχα
κλητική δίστιχο δίστιχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίστιχο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: δίστιχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίστιχο ουδέτερο

  1. (λογοτεχνία) δύο συνεχόμενοι στίχοι ενός ποιήματος
  2. (λογοτεχνία) στροφή ενός ποιήματος αποτελούμενη από δύο στίχους
  3. (λογοτεχνία) στιχούργημα από δύο στίχους

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]