διηλεκτρικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διηλεκτρικός διηλεκτρική διηλεκτρικό
γενική διηλεκτρικού διηλεκτρικής διηλεκτρικού
αιτιατική διηλεκτρικό διηλεκτρική διηλεκτρικό
κλητική διηλεκτρικέ διηλεκτρική διηλεκτρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διηλεκτρικοί διηλεκτρικές διηλεκτρικά
γενική διηλεκτρικών διηλεκτρικών διηλεκτρικών
αιτιατική διηλεκτρικούς διηλεκτρικές διηλεκτρικά
κλητική διηλεκτρικοί διηλεκτρικές διηλεκτρικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διηλεκτρικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική diélectrique (διά + ηλεκτρικός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διηλεκτρικός, -ή, -ό

  1. (φυσική) που έχει μικρή ηλεκτρική αγωγιμότητα, που είναι κακός αγωγός του ηλεκτρισμού, που συμπεριφέρεται ως μονωτής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]