δολιχός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική δολιχός δολιχή δολιχόν δολιχοί δολιχαί δολιχά
Γενική δολιχοῦ δολιχῆς δολιχοῦ δολιχῶν δολιχῶν δολιχῶν
Δοτική δολιχῷ δολιχῇ δολιχῷ δολιχοῖς δολιχαῖς δολιχοῖς
Αιτιατική δολιχόν δολιχήν δολιχόν δολιχούς δολιχάς δολιχά
Κλητική δολιχέ δολιχή δολιχόν δολιχοί δολιχαί δολιχά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική δολιχώ δολιχά
Γενική-Δοτική δολιχοῖν δολιχαῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δολιχός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dl̥h₁gʰós (μακρύς)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δολιχός, -ή, -όν

  1. μακρός σε έκταση, επιμήκης
  2. μακρός σε χρόνο, μακροχρόνιος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]