επιπλέων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιπλέων < Από τον ενεστώτα του ρήματος επιπλέω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

επιπλέων αρσενικό, επιπλέουσα θηλυκό, επιπλέον ουδέτερο

  • που επιπλέει, που έχει την ικανότητα να επιπλέει

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]