θαλασσοδαρμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θαλασσοδαρμένος θαλασσοδαρμένη θαλασσοδαρμένο
γενική θαλασσοδαρμένου θαλασσοδαρμένης θαλασσοδαρμένου
αιτιατική θαλασσοδαρμένο θαλασσοδαρμένη θαλασσοδαρμένο
κλητική θαλασσοδαρμένε θαλασσοδαρμένη θαλασσοδαρμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θαλασσοδαρμένοι θαλασσοδαρμένες θαλασσοδαρμένα
γενική θαλασσοδαρμένων θαλασσοδαρμένων θαλασσοδαρμένων
αιτιατική θαλασσοδαρμένους θαλασσοδαρμένες θαλασσοδαρμένα
κλητική θαλασσοδαρμένοι θαλασσοδαρμένες θαλασσοδαρμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαλασσοδαρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος θαλασσοδέρνω, θαλασσοδέρνομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

θαλασσοδαρμένος, -η, -ο

  1. που τον χτυπούν τα κύματα της θάλασσας, θαλασσόδαρτος
    θαλασσοδαρμένος βράχος
  2. που έχει αντιμετωπίσει μεγάλες τρικυμίες
    θαλασσοδαρμένος ναυτικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]