θεοτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική θεοτικός θεοτική θεοτικό
γενική θεοτικού θεοτικής θεοτικού
αιτιατική θεοτικό θεοτική θεοτικό
κλητική θεοτικέ θεοτική θεοτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θεοτικοί θεοτικές θεοτικά
γενική θεοτικών θεοτικών θεοτικών
αιτιατική θεοτικούς θεοτικές θεοτικά
κλητική θεοτικοί θεοτικές θεοτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεοτικός<Θεός + επιθ. κατάληξη -τικός, επίθ. κρητικού ιδιώματος (μτφ.) η λ. αποδίδει το νόημα της τελειότητας, της αρτιότητα και γενικά της σωστής ενέργειας από άνθρωπο, π.χ. λέμε «θεοτικός μάστορας», «θεοτική δουλειά», «θεοτικό κοπέλι» δηλ. και στα τρία παραδείγματα εννοεί το τέλειο, το σωστό. αυτός που η εργασία του, οι πράξεις του, η συμπεριφορά του όλα αγγίζουν την τελειότητα. Ένα παράδειγμα φράσης που λέγεται σε κακοτέχνη: «Να κάμει’ θες θεοτικά τη δουλειά σου γη να βρώ άλλο μάστορα» δηλ. καλείται ο άνθρωπος να κάνει θεοτική δουλειά δηλ. σωστή, τέλεια.
θεοτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θεοτικός

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]