κέντημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κέντημα κεντήματα
γενική κεντήματος κεντημάτων
αιτιατική κέντημα κεντήματα
κλητική κέντημα κεντήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέντημα < κεντώ + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κέντημα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του κεντώ
    • η διαδικασία διακόσμησης ενός υφάσματος με σχέδια η οποία γίνεται με βελόνα και κλωστή κεντήματος
    • η δημιουργία πλεκτού εργόχειρου με βελονάκι για κέντημα και ψιλή κλωστή
  2. (κατ’ επέκταση) το τελειωμένο, κεντημένο εργόχειρο
  3. (μεταφορικά) πάρα πολύ καλή δουλειά
  4. (μεταφορικά) κάτι που χρειάζεται πολύ λεπτοδουλειά για να γίνει
  5. το τσίμπημα που γίνεται από οξύ, μυτερό όργανο ή, γενικά, αντικείμενο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέντημα < κεντώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κέντημα ουδέτερο

  1. πληγή