κέντρον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κέντρον κέντρω κέντρα
Γενική κέντρου κέντροιν κέντρων
Δοτική κέντρ κέντροιν κέντροις
Αιτιατική κέντρον κέντρω κέντρα
Κλητική κέντρον κέντρω κέντρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέντρον < κεντέω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κέντρον ουδέτερο

  1. κάθε αιχμηρό αντικείμενο που χρησιμεύει για κέντρισμα ζώου, κεντρί
    δεινόν προς κέντρα λακτίζειν
     συνώνυμα: βουπλήξ, βούκεντρον
  2. παρακίνηση, παρόρμηση
  3. όργανο βασανισμού
  4. αιχμή του δόρατος
  5. κέντρο στροβίλου
  6. κεντρί εντόμων
  7. τμήμα του ποδιού του κόκορα, με το οποίο χτυπάει
  8. το αγκάθι του θαλασσινού ζώου τοξότης
  9. το ανδρικό μόριο
  10. το σταθερό σκέλος του διαβήτη
  11. καρφί