κίβδηλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κίβδηλος κίβδηλη κίβδηλο
γενική κίβδηλου κίβδηλης κίβδηλου
αιτιατική κίβδηλο κίβδηλη κίβδηλο
κλητική κίβδηλε κίβδηλη κίβδηλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κίβδηλοι κίβδηλες κίβδηλα
γενική κίβδηλων κίβδηλων κίβδηλων
αιτιατική κίβδηλους κίβδηλες κίβδηλα
κλητική κίβδηλοι κίβδηλες κίβδηλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κίβδηλος < αρχαία ελληνική κίβδηλος < κίβδος "σκουριά με την οποία νόθευαν το χρυσό"
από το lexigram.gr

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κίβδηλος -η -ο

  1. (νομισματοκοπία) που περιέχει κίβδο, μέταλλο χαμηλής αξίας ως συστατικό κραματονοθείας
  2. (νομισματοκοπία) για νόμισμα, ιδιαίτερα μεταλλικό που είναι προϊόν παραχάραξης, μη γνήσιος, πλαστός
    εντόπισαν κίβδηλο κέρμα των 2 ευρώ
  3. (μεταφορικά) για οτιδήποτε παρουσιάζει εξωτερικά μια ψευδή και παραπλανητική εικόνα ενώ στην πραγματικότητα στερείται αξίας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]