κίσσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κίσσα κίσσες
γενική κίσσας κισσών
αιτιατική κίσσα κίσσες
κλητική κίσσα κίσσες
Πίνακας στο Μουσείο Ορσέ του Κλωντ Μονέ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κίσσα < αρχαία ελληνική κῖσσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κίσσα θηλυκό

  • (ορνιθολογία) αποδημητικό πτηνό, της οικογένειας των κοράκων, με καστανό σώμα, γαλαζόμαυρες λωρίδες στα φτερά, μακριά μαύρη ουρά και μαύρο το πάνω μέρος της κεφαλής
Η κίσσα έχει ιδιαίτερα αναπτυγμένη νοημοσύνη, αγαπάει τα έντονα χρώματα και τα λαμπερά αντικείμενα, και συχνά στολίζει με αυτά την φωλιά της. Η φωνή της μοιάζει με κράξιμο, ωστόσο μπορεί να μιμηθεί φωνές άλλων πουλιών, ακόμα και ζώων. Αν τη μεγαλώσει κάποιος από μικρή, εξημερώνεται και δένεται με τον άνθρωπο.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]