κίσσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κίσσα οι κίσσες
      γενική της κίσσας των κισσών
    αιτιατική την κίσσα τις κίσσες
     κλητική κίσσα κίσσες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Πίνακας στο Μουσείο Ορσέ του Κλωντ Μονέ

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κίσσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κῖσσα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈki.sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κίσ‐σα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κίσσα θηλυκό

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]