καμεραλισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καμεραλισμός οι καμεραλισμοί
      γενική του καμεραλισμού των καμεραλισμών
    αιτιατική τον καμεραλισμό τους καμεραλισμούς
     κλητική καμεραλισμέ καμεραλισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμεραλισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Kameralismus < μεσαιωνική λατινική cameralis < λατινική camera < αρχαία ελληνική καμάρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμεραλισμός αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]