κατώφλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατώφλι κατώφλια
γενική κατωφλιού κατωφλιών
αιτιατική κατώφλι κατώφλια
κλητική κατώφλι κατώφλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατώφλι < μεσαιωνική ελληνική κατώφλιον < κάτω + -φλιον < αρχαία ελληνική φλιά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.ˈtɔ.fli/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατώφλι ουδέτερο

  1. ξύλινη ή πέτρινη πλάκα που ενώνει, στο κάτω μέρος, τις κατακόρυφες πλευρές της πόρτας
    δεν έχω διαβεί ποτέ το κατώφλι του
  2. το σημείο που αρχίζει κάτι
    το κατώφλι του θανάτου

32πχ Μεταφράσεις[]