κουραμπιές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κουραμπιές

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κουραμπιές οι κουραμπιέδες
      γενική του κουραμπιέ των κουραμπιέδων
    αιτιατική τον κουραμπιέ τους κουραμπιέδες
     κλητική κουραμπιέ κουραμπιέδες
Κατηγορία όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ένα ταψί με κουραμπιέδες (1) σκεπασμένο με διαφανές πλαστικό

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουραμπιές < (άμεσο δάνειο) τουρκική kurabiye < αραβική غربية (ḡarbiyya), θηλυκό του غربي (ḡarribī)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ɾa.ˈbʝεs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουραμπιές αρσενικό

  1. (γαστρονομία) παραδοσιακό γλύκισμα από αλεύρι και βούτυρο πασπαλισμένο με ζάχαρη άχνη
  2. (μεταφορικά) (μειωτικό) άτομο χωρίς πρωτοβουλίες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]