μαρκαδόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαρκαδόρος οι μαρκαδόροι
      γενική του μαρκαδόρου των μαρκαδόρων
    αιτιατική τον μαρκαδόρο τους μαρκαδόρους
     κλητική μαρκαδόρε μαρκαδόροι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρκαδόρος < ισπανική marcador < marcar + -dor < ιταλική marcare < marca < πρωτογερμανική *markō < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *marǵ- (άκρη, σύνορο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρκαδόρος αρσενικό

  1. είδος στυλογράφου που έχει υγρό μελάνι και η άκρη γραφής του αποτελείται από μαλακό απορροφητικό υλικό
  2. υπάλληλος που είναι υπεύθυνος για τις μάρκες
  3. ειδικός αυτόματος μηχανισμός που καταγράφει τις στροφές


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]