μπάσταρδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική μπάσταρδος μπάσταρδη μπάσταρδο
γενική μπάσταρδου μπάσταρδης μπάσταρδου
αιτιατική μπάσταρδο μπάσταρδη μπάσταρδο
κλητική μπάσταρδε μπάσταρδη μπάσταρδο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μπάσταρδοι μπάσταρδες μπάσταρδα
γενική μπάσταρδων μπάσταρδων μπάσταρδων
αιτιατική μπάσταρδους μπάσταρδες μπάσταρδα
κλητική μπάσταρδοι μπάσταρδες μπάσταρδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μπάσταρδος < μεσαιωνική ελληνική μπαστάρδος < βενετική bastardo < μεσαιωνική λατινική bastardus < αρχαία φραγκικά *bāst < πρωτογερμανικά *banstuz ‎(δεσμός) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰendʰ- ‎(δένω)

Open book 01.svg Επίθετο

μπάσταρδος, -η, -ο

  1. (μειωτικά) γεννημένος από μη νόμιμο γάμο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νόθος
  2. γεννημένος από γονείς που προέρχονται από διαφορετική φυλή
  3. (μεταφορικά) (μειωτικά) γενικότερος αρνητικός χαρακτηρισμός για κάποιον
  4. (μεταφορικά) (σπάνιο) γενικότερος θετικός χαρακτηρισμός για κάποιον
  5. (σπάνιο) μπασταρδεμένος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

μπάσταρδος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις