μπαγιάτικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μπαγιάτικος μπαγιάτικη μπαγιάτικο
γενική μπαγιάτικου μπαγιάτικης μπαγιάτικου
αιτιατική μπαγιάτικο μπαγιάτικη μπαγιάτικο
κλητική μπαγιάτικε μπαγιάτικη μπαγιάτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μπαγιάτικοι μπαγιάτικες μπαγιάτικα
γενική μπαγιάτικων μπαγιάτικων μπαγιάτικων
αιτιατική μπαγιάτικους μπαγιάτικες μπαγιάτικα
κλητική μπαγιάτικοι μπαγιάτικες μπαγιάτικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαγιάτικος < τουρκική bayat < οθωμανική τουρκική بیات (bayat) < αραβική بائت (bā̕it)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μπαγιάτικος, -η, -ο

  1. (για τρόφιμα) που έχει αρκετά παλιά ημερομηνία παραγωγής/ παρασκευής και η γεύση του, η όψη του και η οσμή του δεν το κάνουν πια ελκυστικό για κατανάλωση
    συνώνυμα: έωλος
  2. (μεταφορικά) παλιός, παρωχημένος
    αυτή η είδηση είναι πια μπαγιάτικη

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]