νέηλυς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέηλυς < αρχαία ελληνική νέηλυς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νέηλυς αρσενικό ή θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέηλυς < νέος + ἤλυθον / ἦλθον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νέηλυς αρσενικό ή θηλυκό

  • νεοφερμένος, νιόφερτος
    Θρήϊκες οἷδ΄ ἀπάνευθε νεήλυδες ἔσχατοι ἄλλων (Όμηρ. Ιλιάδα, Κ434
    εἴτε πάλαι ἐνοικοῦντος εἴτε νεήλυδος ἀφιγμένου (Πλάτων, Νόμοι 879.d.3)