ντορός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ντόρος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντορός ντοροί
γενική ντορού ντορών
αιτιατική ντορό ντορούς
κλητική ντορέ ντοροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντορός < τορός[1] < αλβανική torua (ντορός, ίχνος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντορός αρσενικό

  1. (λαϊκότροπο) ίχνος
  2. (λαϊκότροπο) ακολουθία πατημασιών (ανθρώπων ή ζώων / θηραμάτων)
  3. (λαϊκότροπο) δρομάκι που ανοίγουν στο χιόνι άτομα (ή ζώα ή αυτοκίνητα) που έχουν περάσει προηγουμένως

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Παροιμίες[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. από την αιτιατική τον τορό→τοντορό→το ντορό→ο ντορός