παρείσακτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρείσακτος < ελληνιστική κοινή παρείσακτος

παρά+εις+άγω

Επίθετο[επεξεργασία]

παρείσακτος

  • που βρίσκεται κάπου που δε δικαιούται ή δεν ταιριάζει με τους υπόλοιπους, έχοντας μπει κρυφά ή επίτηδες

Μεταφράσεις[επεξεργασία]